Αρθρο στο ethnos.gr

Από τη Βασιάννα Κωνσταντοπούλου
Ψυχολόγος, Δρ.Παν/μίου Αθηνών

Φέτος, η Παγκόσμια Ημέρα Γυναικών στην Ελλάδα κουβαλάει το πένθος της τραγωδίας.

Οι συγκεντρώσεις, που τιμούν τους ιστορικούς αγώνες των γυναικών και που διεκδικούν την κατάργηση των ανθεκτικών ανισοτήτων εις βάρος τους, θα συγχωνευθούν με τις ευρύτερες κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας για το δυστύχημα στα Τέμπη.

Η απώλεια τόσων ανθρώπινων ζωών γεννά συντριβή και οργή.

Γεννά, όμως, και την πολιτική διεκδίκηση για μια διαφορετική ηθική στον κυρίαρχο τρόπο άσκησης κρατικής και δημόσιας πολιτικής, την οποία ο φεμινισμός έχει επί μακρόν πρεσβεύσει.

H οδύνη και το πένθος, όπως έχει υποστηρίξει η Τζούντιθ Μπάτλερ, δεν αποτελούν αναγκαία μια συνθήκη ακινητοποίησης, αλλά κι έναν πόρο πολιτικής δράσης, μέσα από την κοινή αναγνώριση της τρωτότητας και της αλληλεξάρτησής μας.

Μια αναγνώριση, η οποία ταυτόχρονα ζητεί έναν άλλο τρόπο δόμησης της συλλογικής μας ζωής, βασισμένο σε μια διαφορετική πολιτική αξιών και ευθύνης [1].

Όπως γράφει η ίδια:

«Όταν χάνουμε κάποιον άνθρωπο ή όταν αποστερούμαστε κάποιον τόπο ή μια κοινότητα, μπορεί απλώς να αισθανθούμε πως περνάμε κάτι προσωρινό, πως το πένθος θα τελειώσει και θα επιτευχθεί κάποια αποκατάσταση της προηγούμενης τάξης.

Καθώς, όμως περνάμε ό,τι περνάμε, ίσως μας αποκαλύπτεται κάτι για το ποιοι είμαστε, κάτι που σκιαγραφεί τους δεσμούς μας με τους άλλους, που μας δείχνει ότι αυτοί οι δεσμοί συγκροτούν αυτό που είμαστε […]

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η θλίψη ιδιωτικοποιεί, ότι μας επαναφέρει σε μια μοναχική κατάσταση και ότι, με αυτή την έννοια, αποπολιτικοποιεί.

Εγώ όμως νομίζω ότι μας εφοδιάζει με μια περίπλοκη αίσθηση πολιτικής κοινότητας και ότι αυτό το κάνει πρώτα απ’ όλα φέρνοντας στο προσκήνιο τους σχεσιακούς δεσμούς […]» [2]

Αυτή η αναγνώριση των σχεσιακών μας δεσμών, καθώς και της ανάγκης διαμόρφωσης κοινοτήτων για τη διεκδίκηση ενός πιο ισότιμου, ασφαλούς, αξιοπρεπούς και ελεύθερου κόσμου, είναι ένα κεντρικό στοιχείο των φεμινισμών του σήμερα.

Φεμινισμών που κουβαλούν πολλαπλά αιτήματα και χαρακτηριστικά, τοπικά, χρονικά και πολιτισμικά ποικίλα, αλλά που σε μεγάλο βαθμό έχουν έναν κοινό προσανατολισμό: αυτόν της δημιουργίας τόπων συνάντησης και κοινωνικών συμμαχιών.

Έτσι, οι σύγχρονοι φεμινισμοί δεν περιορίζονται στις διεκδικήσεις μιας περιχαρακωμένης γυναικείας ταυτότητας, αλλά αναζητούν τους όρους απελευθέρωσης κάθε γυναίκας αλλά και κάθε ανθρώπου ή ομάδας που υφίσταται καταπίεση, βία και ανισότητα.

Αυτό το χαρακτηριστικό είναι που πολλαπλασιάζει τη φωνή των γυναικών του Ιράν, κάνοντάς τη να φτάσει σε κάθε γωνία του πλανήτη, που δημιουργεί παγκόσμια δίκτυα αντίδρασης στην έμφυλη βία και υπεράσπισης των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων, αλλά και που οδηγεί τις φεμινιστικές οργανώσεις σε όλον τον κόσμο να πρωτοστατούν σε αντί-ρατσιστικούς αγώνες, στην υποστήριξη των προσφύγων, σε αντί-πολεμικές συγκεντρώσεις, σε διαδηλώσεις για προνοιακές πολιτικές, στη διεκδίκηση αναγνώρισης και ορατότητας της ευρύτερης έμφυλης πολλαπλότητας, στην απαίτηση για συνθήκες καλύτερης εκπαίδευσης, υγείας και εργασίας για όλους τους πολίτες. Χωρίς να στερούνται των δικών τους αντιφάσεων, εσωτερικών πολεμικών και αντιμαχιών, οι φεμινισμοί σήμερα αναπτύσσονται περισσότερο ως ένα κύμα συμπερίληψης και διαμόρφωσης κοινοτήτων.

Όσο παγκόσμιοι όμως κι αν είναι οι φεμινισμοί, άλλο τόσο είναι τοπικοί, ριζωμένοι στην κοινότητα αναφοράς τους.

Από τα διακυβεύματα αυτής της κοινότητας παίρνει το διακριτό του σχήμα κάθε φεμινιστικό κίνημα, από τις συλλογικές της πληγές πάσχει και σε αυτών την επούλωση επιχειρεί να συμβάλει.

Σε αυτό το πλαίσιο, η συλλογική θλίψη, που σημαδεύει τις σημερινές πορείες για την Παγκόσμια Ημέρα Γυναικών, φέρνει στο προσκήνιο μια διαχρονική φεμινιστική διεκδίκηση: το επιτακτικό αίτημα για πολιτικές της μέριμνας.

Μια από τις θεμελιώτριες της πολιτικής της μέριμνας, στον χώρο των φεμινιστικών σπουδών, η Τζόαν Τρόντο, εξηγεί ότι η μέριμνα [care] περιλαμβάνει όλες εκείνες τις δραστηριότητες που αφορούν «τη διατήρηση, τη συνέχιση και την επανόρθωση του “κόσμου” μας, ώστε να ζούμε σ’ αυτόν όσο καλύτερα γίνεται» [3].

Η τομή που εισάγει αυτή η αντίληψη είναι ότι αποσπά τη μέριμνα από το πεδίο του ιδιωτικού χώρου, από τη νοούμενη γυναικεία «φύση» και από τις καθημερινές φροντίδες ατομικών και διαπροσωπικών αναγκών και τη μετατρέπει σε κεντρική αξία άσκησης πολιτικής και διακυβέρνησης.

Αυτό σημαίνει ότι η φροντίδα και η μέριμνα παύουν να είναι απλώς μια συναισθηματική συνθήκη και μετατρέπονται σε κυρίαρχη ηθικοπολιτική αξία, υλική δράση και απτή ευθύνη.

Που με τη σειρά του σημαίνει ότι η πολιτική της μέριμνας καλεί για δημόσιες πολιτικές που αναδιατάσσουν τις κρατικές προτεραιότητες προς τη μεγαλύτερη δυνατή προστασία της ασφάλειας, της υγείας, της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας και της ευζωίας όλων.

Κατά τρόπο, που να «επανορθώνει» όλες εκείνες τις συστημικές και συστηματικές συνθήκες που καθιστούν τους πολίτες ατομικές μονάδες εκτεθειμένες σε διαρκείς απειλές και κινδύνους. Σημαίνει, ακόμα, τη διασφάλιση και διατήρηση των κοινών αγαθών, ώστε να είναι προσβάσιμα, με ισοτιμία, ασφάλεια και επάρκεια για όλους και όλες.

Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς λεπτομερώς έναν κόσμο βασισμένο στην ηθική της μέριμνας. Ένας τέτοιος κόσμος θα προϋπέθετε τη ριζική αναδιαπραγμάτευση της έννοιας της θεσμικής αποτελεσματικότητας, διαφορετικές προτεραιότητες δημόσιας πολιτικής και οικονομικούς σχεδιασμούς, διαφορετική κατανομή και οργάνωση της εργασίας, διαφορετικά πρότυπα δημοκρατικών πρακτικών στη συλλογική και ιδιωτική ζωή.

Χάρη (και) στους φεμινισμούς, όμως, μπορούμε να φανταστούμε αδρά έναν τέτοιο κόσμο. Και πενθώντας μαζί για αυτό που δεν έχουμε, να μπορέσουμε να το διεκδικήσουμε.

[1] Τζούντιθ Μπάτλερ, «Βία, Πένθος, Πολιτική», στο Τζ. Μπάτλερ, Ευάλωτη ζωή: Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας, μτφ. Μ. Λαλιώτης, Κ. Αθανασίου, Αθήνα: Νήσος, 2009.
[2] Στο ίδιο, σ. 70-71.
[3] Τζόαν Τρόντο, Για μια πολιτική της μέριμνας [care] σ’ έναν ευάλωτο κόσμο, μτφ. Μ. Τσεβρενή, Αθήνα: Πόλις, 2011, σ. 221.

Δείτε κι αυτό: Το απίθανο βίντεο της Finos Film για σήμερα!

Write A Comment

Recipe Rating




Exit mobile version