Μια νέα μελέτη θέτει υπό αμφισβήτηση παλαιότερες έρευνες που υποδηλώνουν ότι τα άτομα υψηλότερης κοινωνικοοικονομικής θέσης είναι λιγότερο γενναιόδωρα και συμπεριφέρονται πιο εγωιστικά από τους άλλους.

Πώς επηρεάζει το γεγονός ότι κάποιος είναι πλούσιος τον τρόπο που συμπεριφέρεται στους άλλους;

Πριν από περίπου δώδεκα χρόνια, αυτό το ερώτημα ξεκίνησε μια σειρά μελετών από τον Paul Piff και τους συναδέλφους του.

Στις μελέτες, σε άτομα διαφορετικής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης δόθηκαν ευκαιρίες να πουν ψέματα, να εξαπατήσουν ή να ενεργήσουν ανήθικα σε διάφορες καταστάσεις και στη συνέχεια οι ερευνητές τους παρατήρησαν για να δουν πώς συμπεριφέρθηκαν.

Τα ευρήματα συνολικά οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι πλουσιότεροι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανό να συμπεριφέρονται γενναιόδωρα (και πιο πιθανό να ενεργούν εγωιστικά και ανήθικα), όταν τους δίνεται μια ευκαιρία. Άλλες μελέτες φάνηκε να επιβεβαιώνουν αυτήν την ιδέα.

Αναμφίβολα, αυτά τα πορίσματα βρήκαν ισχυρή ανταπόκριση σε ορισμένα άτομα, τα οποία εν γένει  απολαμβάνουν την αποκαθήλωση των πλουσίων.

Αντέχουν, όμως, τα ευρήματα; Μια νέα μελέτη δίνει μια διαφορετική προοπτική.

 Ακριβά αυτοκίνητα, εγωιστές οδηγοί;

Σε νέα μελέτη, οι ερευνητές έκαναν ό,τι μπορούσαν για να επαναλάβουν μέρος της μελέτης του Piff του 2012, στην οποία παρατήρησαν οδηγούς στο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνια σε πολυσύχναστες διασταυρώσεις, για να δουν αν θα κόβουν άλλους οδηγούς ή αν δε θα σταματούν για έναν πεζό σε διάβαση.

Οι βοηθοί ερευνητών σημείωσαν τη μάρκα των αυτοκινήτων που περνούσαν από τη διασταύρωση, η οποία θεωρήθηκε ως ένδειξη της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης του οδηγού.

Εξέτασαν επίσης αν η κίνηση ήταν μεγάλη, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το πόσο πρόθυμοι ήταν οι άνθρωποι να ενεργήσουν ηθικά.

Στη μελέτη αναπαραγωγής, οι ερευνητές ακολούθησαν το ίδιο πρωτόκολλο, αλλά το βελτίωσαν παρατηρώντας περισσότερα αυτοκίνητα (περίπου 2,5 φορές τον αρχικό αριθμό).

Μετά την ανάλυση των αποτελεσμάτων, οι συγγραφείς δεν βρήκαν καμία σχέση μεταξύ της μάρκας του αυτοκινήτου και της ανήθικης συμπεριφοράς.

Η εκτιμώμενη κοινωνική θέση του οδηγού δεν είχε καμία σχέση με το αν προσπάθησαν να κόψουν άλλους οδηγούς ή αν σταμάτησαν για να αφήσουν έναν πεζό να περάσει. Αυτό ίσχυε παρά τις κυκλοφοριακές συνθήκες και το προφανές φύλο και ηλικία του οδηγού.

Αυτά τα νέα ευρήματα θέτουν υπό αμφισβήτηση την υποτιθέμενη σύνδεση μεταξύ του πλούτου και της ανήθικης συμπεριφοράς.

«Κάναμε [τις παρατηρήσεις] πολλές φορές, πολύ προσεκτικά, και απλώς δεν βρήκαμε ποτέ αυτό το πρωτότυπο αποτέλεσμα», λέει Paul Smeets, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας από το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ.

Γιατί τα ευρήματα δεν ευθυγραμμίζονται;

Δεν είναι σαφές γιατί τα ευρήματα του Piff ήταν τόσο διαφορετικά από αυτά του Smeets. Ο Smeets εικάζει ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να είχαν αλλάξει τη συμπεριφορά τους στα χρόνια που μεσολάβησαν και αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν τα ευρήματα. Ή μπορεί να υπήρχε κάποια άλλη μεταβλητή που επηρέασε τα αποτελέσματα.

Είτε έτσι είτε αλλιώς, λέει, τα ευρήματά του δεν υποτιμούν τα ευρήματα του Piff. Απλώς δεν τα επιβεβαιώνουν.

Ο Piff αναρωτιέται, επίσης,  αν οι άνθρωποι μπορεί να άλλαξαν την προοπτική τους στα ενδιάμεσα χρόνια από την αρχική του μελέτη.

Για παράδειγμα, έχει δει έρευνες που δείχνουν ότι, συνολικά, οι άνθρωποι έχουν γίνει πιο συμπονετικοί για τα δεινά των άλλων μετά την πανδημία.

«Ίσως οι πλουσιότεροι άνθρωποι να έχουν συνειδητοποιήσει περισσότερο την αξία των ανθρώπων γύρω τους, κάνοντάς τους να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους.

Ίσως, καθώς οι άνθρωποι έγιναν πιο ευάλωτοι στη ζωή τους και έδειχναν μεγαλύτερη συμπάθεια στους άλλους κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αυτά τα μοτίβα να εξασθενούν στον πραγματικό κόσμο»

Στερεότυπα για τους πλούσιους

Ωστόσο, είναι δύσκολο να αναλυθεί η έρευνα, λαμβάνοντας υπόψη ισχυρές αποδείξεις τόσο υπέρ όσο και κατά της ανήθικης συμπεριφοράς από άτομα υψηλότερης κοινωνικοοικονομικής θέσης.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι μελέτες αναπαραγωγής  μπορεί να είναι σημαντικές στην αναζήτηση κατανόησης του τι συμβαίνει. Θέτουν υπό αμφισβήτηση ορισμένες υποθέσεις και μας βοηθούν να εμβαθύνουμε.

Δυστυχώς, όμως, οι μελέτες αυτές δεν έχουν πάντα την τιμητική τους, λέει ο Smeets. Αφού τα προκλητικά ευρήματα γίνονται πρωτοσέλιδα, συχνά φυτεύονται στο μυαλό του κοινού και είναι δύσκολο να τα διαλύσουμε —ακόμα και όταν παρουσιάζονται νέα στοιχεία.

«Τις περισσότερες φορές, το ευρύ κοινό δεν ακούει για την έρευνα αναπαραγωγής και απλώς εμμένει στην αρχική ιδέα», λέει.

«Αφού έχετε μια ιδέα, τότε αναζητάτε στοιχεία που να την υποστηρίζουν και ίσως δεν είστε πλέον τόσο επικριτικοί σχετικά με στοιχεία που έρχονται σε αντίθεση με τη διαίσθηση των ανθρώπων».

Οι άνθρωποι μπορεί να είναι υπερβολικά κυνικοί σχετικά με την ευγενική και γενναιόδωρη συμπεριφορά των πλουσίων, πιστεύοντας ότι ενεργούν για εγωιστικούς ή κακόβουλους λόγους, λέει ο Smeets.

Πηγή: Greater Good

Διαβάστε ακόμηΜπορεί ο πλούτος και η δόξα να μας προσφέρουν μια καλή ζωή; Τι σημαίνει το να ζούμε καλά;              

Η γλώσσα του πλούτου και της αφθονίας

Το κλειδί για να ξεκλειδώσουμε την επιτυχία

 

Write A Comment