Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ανήγαγε το φως σε υπέρτατη αξία.

Αυτή η βαθιά αγάπη των Ελλήνων για το φως είναι ορατή και στη γλώσσα.

Πολλές οι λέξεις που μάς μεταφέρουν τις ποικίλες εντυπώσεις των προγόνων μας για το φως.

Το γλυκερόν φάος

Αρχικά, στα αρχαία ελληνικά η λέξη «φῶς»/ φάος  χρησιμοποιούταν για να δηλώσει την ανατολή, το χρονικό διάστημα της ημέρας («κατὰ φάος καὶ νύκτας», Ευρ.), τη φωτιά («φῶς ὁ Θεὸς ἀνῆψεν», Πλάτ.), ενώ μεταφορικά δήλωνε τη χαρά, την ευτυχία, τη  σωτηρία, την πνευματική διαύγεια και την ίδια τη ζωή.

Η φράση «εἰς φῶς ἰέναι» σήμαινε «γίνομαι γνωστός» (Σοφ.), ενώ  «πέμπω τινὰ εἰς φῶς» και «ἀνάγω εἰς φῶς» σήμαιναν «φέρνω κάποιον στη ζωή»,  τον γεννώ (Αισχύλ.-Αριστοφ.)

Από την άλλη,  η φράση «λείπω φάος» σήμαινε πεθαίνω.

Στη ραψωδία π της Οδύσσειας , ο βοσκός Εύμαιος προσφωνεί τον Τηλέμαχο με τρυφερότητα «γλυκερόν φάος» ( αγαπητό φώς της ζωής μου).

Η λέξη φῶς / φάος (< φάFος) ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα bhā- / bh(e)ә2-, η οποία έχει διπλή σημ. «λάμπω, φωτίζω».

Το φαιδρόν σέλας

Μια ακόμη λέξη που συνδέεται με το φως είναι η λέξη «σέλας»  οποία δήλωνε την έντονη λάμψη, την ακτινοβολία και φεγγοβολιά κυρίως των ουράνιων σωμάτων («φαιδρὸν ἁλίου σέλας», Αισχύλ.).

Επίσης, δήλωνε  το διάχυτο φως της ατμόσφαιρας , την  αστραπή, το φωτεινό μετέωρο και τον πυρσό.

Από το σέλας προέρχεται και η λέξη «σελήνη» ( Δωρ. σελάνα ), που χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να εκφράσει την έντονη ακτινοβολία που ανακλά το φεγγάρι.

Τέλος, μεταφορικά αποτύπωνε τη  λάμψη που εκπέμπουν τα μάτια σε ένδειξη οργής («ἐξ ὀμμάτων δ’ ἤστραπτε γοργωπὸν σέλας», Αισχύλ.).

Στα νέα ελληνικά η λέξη αυτή περιγράφει το οπτικό ατμοσφαιρικό φαινόμενο, ορατό κυρίως στις βόρειες ή στις νότιες πολικές περιοχές της Γης ως φωτεινό μετέωρο (βλ. «βόρειο σέλας»).

Η αίγλη

Ο όρος «αἴγλη» δήλωνε αρχικά  το φως του ήλιου ή του φεγγαριού, το φως της ημέρας, την ακτινοβολία, τη στιλπνότητα και λάμψη ή κάποιο αστραφτερό αντικείμενο.

Η φράση  «εἰς αἴγλαν ἔρχομαι» σήμαινε «έρχομαι στο φως της ημέρας, γεννιέμαι».

Μάλιστα, η Αίγλη στη μυθολογία, κατά μία εκδοχή, ήταν  αδελφή του Φαέθοντος και κόρη του θεού Ήλιου.

Η ρίζα της λέξης αἰγ- (το –λᾶ/λη μπορεί να θεωρηθεί ως επίθημα) συνδέεται πιθανώς με τη ρίζα aiĝ- «κινούμαι ορμητικά», αλλά η ετυμολογία της παραμένει αβέβαιη.

Λευκός

Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο «λευκός», για να δηλώσουμε το άσπρο χρώμα. Στην αρχαιότητα, όμως, σήμαινε και φωτεινός, λαμπρός, στιλπνός, γυαλιστερός,  διαυγής, διάφανος (για το νερό) ή τρυφερός, ωραίος (για την ανθρώπινη επιδερμίδα)  («πάρος χρόα λευκὸν ἐπαυρεῖν», Ομ. Ιλ.)

Η λέξη ανάγεται στην ΙΕ ρίζα leuk- «λάμπω, φως, βλέπω» και συνδέεται με το λατ. lux «φως». Στην ίδια λεξιλογική οικογένεια ανήκει και η λέξη  λύχνος.

Γλαυκός

Το επίθετο «γλαυκός» δήλωνε τον αστραφτερό και το γαλαζοπράσινο, ενώ η  «γλαυκῶπις»  είναι αυτή πού έχει ακτινοβόλα μάτια.

Ἀγλαός

Το επίθετο «ἀγλαός» είχε τη σημασία  «λαμπερός, φωτεινός, ακτινοβόλος», ενώ, όταν αναφερόταν σε πρόσωπα, δήλωνε τον «ωραίο, το φημισμένο,  τον ευγενή».

Η λέξη αυτή συνδέεται με τη  γαλήνη και το ρήμα ἀγάλλομαι (=ευχαριστιέμαι).

Η Αγλαΐα, που σημαίνει λαμπερή και ωραία,  ήταν η νεότερη από τις Τρεις Χάριτες, οι οποίες προσωποποιούσαν τη γοητεία, την ομορφιά,  τη γονιμότητα και τη δημιουργικότητα στην Ελληνική Μυθολογία.

Στους «Χαιρετισμούς», η Παναγία αναφέρεται ως «δένδρον αγλαόκαρπον» (= αυτό που δίνει ωραίους και πλούσιους καρπούς).

Ἀργός

Η λέξη «άργός»  δήλωνε επίσης τον στιλπνό, το λαμπερό και το γυαλιστερό.

Άλλωστε, η λέξεις «ἄργυρος» και « ἄργιλος» προέρχονται από το επίθετο αυτό.

 

Διαβάστε ακόμη: Το αλφαβητάρι της ομορφιάς…

Write A Comment